ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ή ΨΥΧΩΣΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Ερευνες έχουν δείξει ότι τα ποσοστά εμφάνισης σχιζοφρένειας σε άτομα που ανήκουν στα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα είναι υψηλότερα. Οι αιτιολογίες που έχουν προταθεί για αυτά τα στατιστικά ευρήματα επικεντρώνονται στα υψηλότερα ποσοστά στρες που βιώνονται από τα άτομα που ανήκουν στις συγκεκριμένες τάξεις. Τέτοιου είδους στρεσογόνοι παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν αρνητικά άτομα που έχουν ήδη προδιάθεση καθώς μάλιστα έχει φανεί ότι πριν από την εκδήλωση της σχιζοφρένειας προηγείται συνήθως ένα οξύ στρεσογόνο επεισόδιο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενδέχεται εν προκειμένω να έχει υποεκτιμηθεί η συμβολή, των καθημερινών στρεσογόνων παραγόντων που αν και δεν εμφανίζονται με ιδιαίτερη οξύτητα, παρουσιάζονται σταθεροί και ίσως συμβάλλουν στην εκδήλωση ψυχωσικών επεισοδίων.

Η φύση της σχιζοφρένειας

—01

Η φύση της σχιζοφρένειας
Οι ειδικοί ερευνητές δεν έχουν καταλήξει σε ενιαία και κοινά συμπεράσματα για τη φύση της σχιζοφρένειας. Η πάθηση φαίνεται να περιλαμβάνει μια σειρά διαταραχών που επηρεάζουν την αντίληψη, τη συμπεριφορά, τη διάθεση και τη σκέψη του πάσχοντος με ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο λειτουργίας της σκέψης. Η τελευταία εκδηλώνεται μέσω στρεβλής πρόσληψης της πραγματικότητας και χαρακτηρίζεται από παραλητικές ιδέες, παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις καθώς και από άρση αναστολών.
Χαρακτηριστικό των ανθρώπων που πάσχουν από σχιζοφρένεια είναι η έλλειψη ειρμού, η διάλυση και ο κατακερματισμός δηλαδή της συνειρμικής ικανότητας, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα ο λόγος τους να είναι ασυνάρτητος και αποδιοργανωμένος αντανακλώντας και τον τρόπο σκέψης τους (ιδεοφυγή).

Δεν είναι σπάνιο να δημιουργούν λέξεις που δεν υπάρχουν ή να συνδέουν με απροσδόκητο και παράδοξο τρόπο λέξεις μεταξύ τους. Δεν είναι σε θέση να συντηρήσουν και να παρακολουθήσουν την πορεία μιας συζήτησης και θεωρούν συχνά ότι οι σκέψεις τους δεν τους ανήκουν αλλά έχουν υποβληθεί από άλλους ή ότι οι άλλοι μπορούν να τις «διαβάσουν» ή ότι μπορούν οι ίδιοι να υποβάλλουν τις σκέψεις τους στους άλλους. Το παραλήρημα και η αλλόκοτη αντίληψη για τον εαυτό και τους άλλους είναι εμορφές. πίσης χαρακτηριστικά της φύσης της σχιζοφρένειας και μπορούν να λάβουν πολυποίκιλες

Τρεις είναι οι κύριοι τύποι παραληρητικών ιδεών που τους διακρίνουν:
α) παραληρητικές ιδέες ελέγχου β) παραληρητικές ιδέες μεγαλείου γ) παραληρητικές ιδέες αναφοράς. Αντιστοίχως, λοιπόν:

  • η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει σκέψεις που σχετίζονται με την υποτιθέμενη δυνατότητα ελέγχου των άλλων ή το αντίθετο: τη δυνατότητα δηλαδή οι άλλοι να ελέγχουν το άτομο που πάσχει

  • η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει ψευδαισθήσεις μεγαλείου, καθώς το άτομο διατηρεί την εξωπραγματική πεποίθηση ότι είναι ξεχωριστό, εξαιρετικά δημοφιλές, ιδιαίτερα προικισμένο με ειδικές ικανότητες, διάσημο ή χαρισματικό

  • η τρίτη κατηγορία έχει να κάνει με τον τρόπο που το άτομο αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τους άλλους. Ο σχιζοφρενής συχνά θεωρεί ότι τα παραμικρά δείγματα της γενικότερης συμπεριφοράς των άλλων έχουν να κάνουν με τον ίδιο. Μπορεί ως εκ τούτου να πιστέψει ότι φευγαλέα και αθώα σχόλια, γέλια ή βλέμματα απευθύνονται σε αυτόν ή σχετίζονται με τον ίδιο.

Οι σχιζοφρενείς παρουσιάζουν συχνά οπτικές, ακουστικές, απτικές, οσφρητικές και άλλες ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις που συχνά φανερώνουν διωκτικό παραλήρημα δηλαδή φόβο καταδίωξης ή έχουν γενικότερα διωκτικό χαρακτήρα (απατηλή πεποίθηση ότι κάποιος ή κάτι τους κυνηγάει θέλοντας να τους βλάψει) — συνηθέστερες, πάντως, είναι οι ακουστικές ψευδαισθήσεις. Η συναισθηματική ανταπόκριση των σχιζοφρενών στα εξωτερικά ερεθίσματα είναι περιορισμένη και δίνουν την αίσθηση ότι το συναίσθημά τους είναι αμβλύ και επίπεδο, το συναίσθημα λοιπόν που εκφράζεται είναι περιορισμένο ή αναντίστοιχο με τη φύση, και τη βαρύτητα ενός εξωτερικού ερεθίσματος. Γενικότερα η διάθεσή τους ποικίλλει με τρόπο που είναι συχνά «ανάρμοστος» καθώς μπορούν να εκφράσουν οργή ή κατάθλιψη εξαιτίας του εσωτερικού τους μονολόγου και των ψευδαισθήσεων — παρουσιάζουν δηλαδή αμφιθυμία (συνύπαρξη αντιφατικών συναισθημάτων) και απροσφορότητα ή ελλείμματα στις συναισθηματικές τους αποκρίσεις με σύγχυση, απώλεια συνείδησης και ελέγχου. Η διαταραχή αυτή της συμπεριφοράς τους εκδηλώνεται είτε μέσω απάθειας και απόσυρσης είτε μέσω αλλόκοτης δραστηριότητας που περιλαμβάνει τόσο την εκκεντρική συμπεριφορά όσο και την κακή υγιεινή, την αδιαφορία για τη φροντίδα του εαυτού, κτλ.

“Κριτήρια Διάγνωσης της Σχιζοφρένειας”

—02

Κριτήρια Διάγνωσης της Σχιζοφρένειας
Τα κριτήρια/συμπτώματα που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να γίνει η διάγνωση της σχιζοφρένειας περιγράφονται αμέσως παρακάτω και διακρίνονται σε θετικά και αρνητικά (υπολειμματικά). Τα πρώτα είναι αυτά που απουσιάζουν στα άτομα που δεν πάσχουν από σχιζοφρένεια, ενώ τα δεύτερα είναι προβληματικές εκφράσεις φυσιολογικών συναισθηματικών αντιδράσεων ή άλλων διεργασιών της σκέψης που απαντούν και σε άτομα που δεν πάσχουν από σχιζοφρένεια. Το ελάχιστο χρονικό διάστημα στο οποίο θα πρέπει να παρουσιάζονται είναι ένας μήνας, ενώ η εμφάνιση δύο η περισσοτέρων από αυτά αρκούν για τη διάγνωση:

1. Θετικά:

  • παραληρητικές ιδέες
  • ψευδαισθήσεις (δημιουργία εναλλακτικής πραγματικότητας χωρίς υπάρχον εξωτερικό ερέθισμα) και παραισθήσεις (στρεβλώσεις πραγματικών εξωτερικών ερεθισμάτων)
  • αποδιοργάνωση της συμπεριφοράς —συχνά κατατονικής φύσης ( συμπεριφορά φυλαδή που χαρακτηρίζεται από ακινησία ή υπερδιέγερση, υπερκινητικότητα, αναταραχή κτλ.)— και του λόγου με συχνές μεταπηδήσεις από ένα θέμα σε άλλο χωρίς αυτά να σχετίζονται μεταξύ τους ή πλήρης ασυναρτησία λόγου

2. Αρνητικά:
έλλειψη βούλησης (αβουλησία), απουσία επιθυμίας για δημιουργία σχέσεων (ακοινωνία) αδυναμία ευχαρίστησης (ανηδονία), πτωχό λεξιλόγιο (αλογία), έλλειψη συναισθημάτων ή επίπεδο, αμβλύ συναίσθημα.

Αναλυτικότερα,
οι παραληρηματικές ιδέες είναι βαθιά εδραιωμένες πεποιθήσεις και τρόποι σκέψης, ασύμφωνες με την εξωτερική ή εσωτερική πραγματικότητα και το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον του πάσχοντος. Η πεποίθησή του στην ισχύ των ιδεών αυτών είναι απόλυτα εδραιωμένη και απρόσφορη στην αντίταξη λογικών επιχειρημάτων. Παρατηρείται λοιπόν διαταραχή τόσο στη δομή, την οργάνωση, τη ροή, τον έλεγχο, το περιεχόμενο των σκέψεων όσο και στην αίσθηση του πάσχοντος ότι πρόκειται όντως για δικές του ιδέες.
Μία ακόμη χαρακτηριστική παράμετρος της σχιζοφρένειας είναι, όπως αναφέρθηκε, η διαταραχή του ρυθμού της ροής και της οργάνωσης του λόγου που εκδηλώνεται με την ασυναρτησία, τη διαταραχή του φυσιολογικού ειρμού της ομιλίας, την ιδεοφυγή, κ.ά.
Σύμφωνα με την έρευνα, η ποιότητα ζωής των πασχόντων επηρεάζεται με αρνητικό τρόπο από την κατηγορία των αρνητικών συμπτωμάτων καθώς τα τελευταία οδηγούν σε πολύ μεγάλη λειτουργική έκπτωση (οι πάσχοντες δεν μπορούν να λειτουργήσουν στην καθημερινότητά τους), ενώ ο αντίκτυπος των θετικών συμπτωμάτων είναι μικρότερος. Περαιτέρω ευρήματα της έρευνας υποδηλώνουν ότι τα αρνητικά συμπτώματα φανερώνουν προϋπάρχουσα ελλιπή προσαρμογή πριν από την εκδήλωση της πάθησης και συνδυάζονται με χαμηλή ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή.
Στις περιπτώσεις που οι παραληρηματικές ιδέες είναι ιδιαζόντως αλλόκοτες ή ο πάσχων ακούει ψευδαισθητικά φωνές που σχολιάζουν ακατάπαυστα τη συμπεριφορά και τη σκέψη του ή ακούει ταυτόχρονα δύο φωνές που διαλέγονται, η παρουσία ενός και μόνου συνόλου συμπτωμάτων από αυτά που έχουν ομαδοποιηθεί στον παραπάνω κατάλογο αρκεί για τη διάγνωση της νόσου. Επίσης σημαντικός δείκτης για τη διάγνωση είναι ο βαθμός της έκπτωσης της λειτουργικότητας.

Ανάλογα με τα συμπτώματα που επικρατούν κατά περίπτωση, η σχιζοφρένεια διακρίνεται σε διάφορους τύπους εκ των οποίων οι βασικότεροι είναι οι ακόλουθοι τέσσερις:

Αποδιοργανωμένος τύπος:
Ο σχιζοφρενής που ανήκει σε αυτή την κατηγορία χαρακτηρίζεται από αποδιοργανωμένο λόγο, κατακερματισμένη σκέψη και ασυνάρτητη συμπεριφορά, ενώ συναισθηματικά εμφανίζεται επίπεδος και απρόσφορος.
Παρανοειδής τύπος:
Πρόκειται για την κοινότερη κατηγορία σχιζοφρενούς με κύρια χαρακτηριστικά τις παρανοειδείς παραληρηματικές ιδέες που συνοδεύονται από ακουστικές ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις και τον φόβο καταδίωξης. Η αποδιοργανωμένη ομιλία και η συναισθηματική διαταραχή σε αυτή την κατηγορία δεν είναι τα στοιχεία που επικρατούν ούτε κυριαρχεί η παρουσία κατατονικών συμπτωμάτων, αντίθετα το επίπεδο συναίσθημα και η επιθετικότητα είναι συνηθέστερα.
Κατατονικός τύπος:
Στην κατηγορία αυτή ο πάσχων παρουσιάζει έντονη ψυχοκινητική διαταραχή που μπορεί να περιλαμβάνει την υπερβάλλουσα κινητικότητα ή τον λήθαργο (εμβροντησία) ή και την πλήρη ακινησία για ώρες στη στάση που το έχουν τοποθετήσει (κηρώδης ευκαμψία). Συχνά, οι πάσχοντες αυτού του τύπου επιδεικνύουν πολύ μεγάλο αρνητισμό και βιώνουν καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από έντονες, ονειρικού τύπου, ψευδαισθήσεις.
Υπολειμματικός τύπος:
Οι σχιζοφρενείς που υπάγονται σε αυτή την κατηγορία παρουσιάζουν είτε την ύπαρξη αρνητικών συμπτωμάτων είτε δύο ή περισσότερα από τις δύο ομαδοποιήσεις των βασικών συμπτωμάτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που προαναφέρθηκε — έστω και αν αυτά βρίσκονται σε ύφεση. Γενικότερα στον τύπο αυτό απουσιάζουν η παραληρηματικές ιδέες, ο κατακερματισμένος λόγος ή η αποδιοργανωμένη και κατατονική συμπεριφορά.

“Ηλικιακά Όρια Εμφάνισης της Σχιζοφρένειας “

—03

Ηλικιακά Όρια Εμφάνισης της Σχιζοφρένειας

Γενικότερα η σχιζοφρένεια πρωτοεκδηλώνεται κατά μέσο όρο μεταξύ του 15ου και του 25ου έτους της ηλικίας με τους άνδρες να εμφανίζουν την πάθηση πρωιμότερα από τις γυναίκες. Η εμφάνισή της μετά το 45ο έτος είναι μάλλον σπάνια.

Αιτιολογία της Σχιζοφρένειας
Οι παράγοντες που αποτελούν γενεσιουργά αίτια της σχιζοφρένειας καθώς και οι τρόποι με τους οποίους αυτή εκδηλώνεται παραμένουν ασαφείς. Η επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταλήξει σε κοινά και οριστικά συμπεράσματα για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (σχέσης δηλαδή αιτίας και αποτελέσματος) ανάμεσα στην κληρονομικότητα και την εμφάνιση της πάθησης, ενώ στη συζήτηση εμπλέκονται τόσο βιολογικοί όσο και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες που ενοχοποιούνται επίσης για την εμφάνισή της, χωρίς απαραίτητα τη διαμεσολάβηση κληρονομικών παραγόντων. Ο ρόλος που διαδραματίζει η κατάχρηση ουσιών έχει πλέον φανεί με ασφάλεια ότι αποτελεί ανεξάρτητο και σημαντικό γενεσιουργό αίτιο της ασθένειας.

Γενετικοί παράγοντες
Η ύπαρξη ενός κληρονομούμενου βιολογικού υπόβαθρου που δικαιολογεί την εμφάνιση της πάθησης αποτελούσε και εξακολουθεί συχνά να θεωρείται η επικρατούσα άποψη στις απόπειρες εξήγησης της εκδήλωσης της σχιζοφρένειας. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, αυξάνονται οι έρευνες που δεν επιβεβαιώνουν αδιάκριτα τη μονιστική και σχεδόν απλοϊκή αυτή πεποίθηση.
Παλαιότερες έρευνες είχαν αφήσει να διαφανεί ότι η αιματοσυγγένεια αποτελούσε ισχυρό δείκτη που υποδείκνυε πολύ μεγάλο ποσοστό πιθανότητας εκδήλωσης σχιζοφρένειας εντός της οικογένειας. Άλλες έρευνες έχουν πλέον αμφισβητήσει την απόλυτη εγκυρότητα αυτής της προσέγγισης. Οι μελέτες μονοζυγωτικών και διζυγωτικών διδύμων (δηλαδή αυτών που μοιράζονταν το ίδιο ακριβώς γενετικό υλικό και εκείνων που δεν είχαν ταυτόσημο γενετικό προφίλ) φανέρωσαν ότι τα μονοζυγωτικά δίδυμα παρουσίαζαν όντως πιο αυξημένο ποσοστό εμφάνισης της νόσου σε σύγκριση με τα διζυγωτικά δίδυμα.

Περισσότερα

Αυτό, εντούτοις, σύμφωνα με άλλη ομάδα μελετητών δεν αποδεικνύει με ασφάλεια αποκλειστικά γενετική προδιάθεση και κληρονομικότητα. Η συμβίωση παιδιών εκ των οποίων το ένα μπορεί να νοσεί επιδρώντας έτσι στον ψυχισμό του άλλου ή μοιράζονται το ίδιο επιβαρυντικό οικογενειακό περιβάλλον θα μπορούσαν επίσης να αποτελούν ικανές εξηγήσεις συνεμφάνισης της νόσου μεταξύ διδύμων.
Η μεθοδολογική αυτή δυσκολία οδήγησε στη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών σε μια προσπάθεια να διακριθεί ο ρόλος των περιβαλλοντικών από τους βιολογικούς παράγοντες, με κυρίαρχες αυτές που εξέταζαν την συχνότητα ανάπτυξης της νόσου μεταξύ συγγενών και μεταξύ διδύμων που είχαν δοθεί για υιοθεσία σε διαφορετικές οικογένειες. Η εικόνα που αναδύθηκε από τις μελέτες αυτές ήταν κάθε άλλο παρά σαφής.
Μία από τις μελέτες εξέτασε τους συγγενείς 34 υιοθετημένων παιδιών τα οποία αργότερα ανέπτυξαν σχιζοφρένεια και μία ομάδα ελέγχου 34 υιοθετημένων παιδιών που δεν εκδήλωσαν την ασθένεια, αλλά εντόπισε μόλις έναν συγγενή με σχιζοφρένεια και στις δύο ομάδες. Όταν το οικογενειακό περιβάλλον των βιολογικών γονιών εξετάστηκε για άλλες παθήσεις όπως η οριακή διαταραχή, η άτυπη ψύχωση και η εξαρτητική ή αποφευκτική προσωπικότητα, οι βιολογικοί συγγενείς στην ομάδα των παιδιών που είχαν αναπτύξει παθήσεις στο σχιζοφρενικό φάσμα αυξήθηκαν σε εννέα έναντι μόλις δύο μεταξύ των παιδιών από την ομάδα ελέγχου που δεν είχαν νοσήσει. Η εγκυρότητα ωστόσο της έρευνας τέθηκε εν αμφιβόλω λόγω αρκετών ανακολουθιών στη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε. Οι επικριτές της ισχυρίστηκαν ότι επ’ ουδενί δεν καταδεικνυόταν από την έρευνα η κληρονομικότητα της σχιζοφρένειας.
Μία πιο πρόσφατη μελέτη (2000) που εξέτασε υιοθετημένα παιδιά που προέρχονταν από βεβαρημένο γενετικά περιβάλλον φανέρωσε ότι οι πιθανότητες ανάπτυξης της νόσου ήταν τέσσερις φορές μεγαλύτερη παρά το γεγονός ότι ανατράφηκαν σε υγιές οικογενειακό περιβάλλον σε σχέση με υιοθετημένα παιδιά που δεν είχαν αντίστοιχο κληρονομικό ιστορικό. Περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων που προέκυψαν από τη μελέτη αποκάλυψε ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Τα παιδιά που είχαν γεννηθεί από μητέρες που είχαν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια δεν φανέρωναν αυξημένους κινδύνους εμφάνισης της νόσου όταν ανατρέφονταν σε οικογένειες με καλή επικοινωνία μεταξύ των μελών της, πράγμα που δεν ίσχυε για τα παιδιά με βεβαρημένο γενετικό ιστορικό που είχαν δοθεί για υιοθεσία σε οικογένειες με ελλειματικά επικοινωνιακά χαρακτηριστικά.
Αυτές και άλλες μελέτες αποκάλυψαν ότι ενώ οι προδιαθεσικοί βιολογικοί παράγοντες αποτελούσαν δείκτες για πιθανότερη ανάπτυξη της νόσου δεν συνιστούσαν το αποκλειστικό αίτιό της. Το μόνο που υποδήλωναν ήταν η αλληλεπίδραση γενετικών παραγόντων που αύξαναν τις πιθανότητες ανάπτυξης της νόσου, αλλά μόνο σε συνδυασμό με περιβαλλοντικά δεδομένα. Η κληρονομικότητα φανέρωνε απλώς αυξημένη ευαλωτότητα αλλά δεν αποτελούσε τη μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη για εμφάνιση σχιζοφρένειας. Απόπειρες να εντοπιστούν γονίδια που συνδέονταν με την πάθηση απέδειξαν κάποια συσχέτιση ανάμεσα σε τμήματα του γονιδιώματος που είχαν να κάνουν με συγκεκριμένους νευροδιαβιβαστές (ουσίες που εξασφαλίζουν τη μετάδοση σημάτων μεταξύ των νευρώνων του εγκεφάλου), τους οποίους και θα εξετάσουμε στην επόμενη ενότητα, φάνηκε να δείχνουν κάποιας μορφής συσχέτιση της κληρονομικότητας και της σχιζοφρένειας. Το πλέον πάντως αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι το 81% των πασχόντων από σχιζοφρένεια δεν διαθέτουν κανέναν συγγενή που να έχει αναπτύξει την πάθηση στο ευρύτερο οικογενειακό τους περιβάλλον. Από αυτό το γεγονός και μόνο καταφαίνεται ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί και ταυτιστεί με σαφήνεια αφήνοντας έτσι μεγάλα περιθώρια ερμηνειών σε σχέση με την κληρονομικότητα και τη γενετική διάσταση της νόσου.

Βιοχημικοί και Βιολογικοί Παράγοντες

Η συμπτωματολογία της σχιζοφρένειας σχετίζεται άμεσα με τη δράση συγκεκριμένων νευροβιολογικών διεργασιών του εγκεφάλου στους οποίους κυριαρχεί η ποσότητα, παραγωγή και αλληλεπίδραση νευροδιαβιβαστών (ουσιών που εξασφαλίζουν τη μεταβίβαση σημάτων στο νευρικό σύστημα). Πιο συγκεκριμένα οι νευροδιαβιβαστές που έχουν ενοχοποιηθεί είναι η ντοπαμίνη, το γλουταμινικό οξύ, η σεροτονίνη, η νορεπινεφρίνη, κ.ά. Οι συγκεκριμένοι νευροδιαβιβαστές αποτελούν ορισμένους από τους βασικότερους παράγοντες μεταβίβασης και επεξεργασίας πληροφοριών στον εγκέφαλο. Όταν παρουσιάζονται ανισορροπίες στην ποσότητα και στον τρόπο δράσης τους η εγκεφαλική λειτουργία επηρεάζεται με τρόπους που συναντάμε και στη σχιζοφρένεια. Ο νευροδιαβιβαστής που έχει ενοχοποιηθεί περισσότερο από τους υπόλοιπους για την ανάπτυξη της νόσου είναι η ντοπαμίνη — ιδιαίτερα όταν η παρουσία της είναι αυξημένη. Αν και τα φάρμακα που λειτουργούν ως αναστολείς της πρόσληψης της ντοπαμίνης στους υποδοχείς των νευρωνικών συνάψεων φαίνεται να έχουν θετικό αποτέλεσμα στην καταπολέμηση των συμπτωμάτων της πάθησης, η άποψη ότι αποτελεί τον αποκλειστικό παράγοντα που την εξηγεί θεωρείται πλέον ξεπερασμένη. Πέρα από τη δυσλειτουργία στη δράση των διάφορων νευρομδιαβιβαστών έχουν εντοπιστεί και άλλες εγκεφαλικές ανωμαλίες στις οποίες έχει αποδοθεί αιτιακός ρόλος για την εκδήλωση της σχιζοφρένειας. Αυτοί περιλαμβάνουν τόσο μορφοδομικές εγκεφαλικές ανωμαλίες όσο και λειτουργικές διαφορές σε σχέση με τους εγκεφάλους φυσιολογικών ατόμων. Οι πλέον σύγχρονες νευροαπεικονιστικές μέθοδοι αλλά και η μεταθανάτια εξέταση ανατομικών λεπτομερειών του εγκεφάλου έχουν δείξει σημαντικές διαφορές όπως διογκωμένες εγκεφαλικές αρτηρίες ή διαφορές στη λειτουργία του κροταφομετωπιαίου λοβού που σχετίζονται αμφότερα με λειτουργίες όπως η εκτελεστική λειτουργία (η ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται τις πληροφορίες που συλλέγει από το περιβάλλον και να τις χειρίζεται με σκοπό τη λήψη κατάλληλων αποφάσεων), η προσοχή, ή κριτική ικανότητα, η αντίληψη, κ.ά. Διαφορές έχουν εντοπιστεί επίσης και στο βάρος του εγκεφάλου ατόμων που πάσχουν από σχιζοφρένεια. Αυτό όμως που παραμένει ασαφές είναι αν οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι γενετικές (κληρονομικές δηλαδή) ή επιγενετικές (αν δηλαδή αναπτύσσονται υπό την επίδραση περιβαλλοντικών ή χημικών παραγόντων κατά τη διάρκεια της κύησης ή μετά τη γέννηση του ατόμου ή ακόμη αν προκύπτουν σταδιακά εξαιτίας της εκδήλωσης της ίδιας της νόσου).

Περισσότερα

Επιπλέον παράγοντες που έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου είναι οι περιγεννητικοί. Επιπλοκές που συμβαίνουν κατά την κύηση όπως η αιμορραγία, η προεκλαμψία, ο διαβήτης της κύησης, επιπλοκές κατά τον τοκετό, όπως η ασφυξία και υποξία του εμβρύου, η άκαιρη καισαρική τομή, η ατονία της μήτρας που συνδέονται με την ανάπτυξη του εγκεφάλου του παιδιού αλλά και άλλες διαταραχές όπως οι συγγενείς δυσπλασίες, η μικρή περίμετρος της κεφαλής του νεογέννητου, τα προβλήματα σίτισης της μητέρας κατά την κύηση, η αιματολογική ασυμβατότητα των γονέων και οι επιπλοκές κατά τη γέννα έχουν όλα συσχετιστεί με την εμφάνιση της πάθησης.
Άλλες μελέτες βρίσκουν συσχετίσεις με τον ιό της γρίπης κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 μηνών της κύησης. Ως προς αυτό, δεν φαίνεται να είναι τυχαίο το εκ πρώτης όψεως παράδοξο στατιστικό εύρημα ότι τα παιδιά που έχουν γεννηθεί κατά τους χειμερινούς μήνες παρουσιάζουν από 5-15% μεγαλύτερες πιθανότητες να νοσήσουν απ’ ό,τι τα παιδιά που δεν έχουν γεννηθεί την ίδια εποχή. Είναι πιθανό η έκθεση της μητέρας στον ιό της γρίπης κατά το δεύτερο τρίμηνο (χειμερινό) της κύησης να σχετίζεται με τη στατιστική αυτή παραδοξότητα. Άλλοι ιοί που έχουν συνδεθεί με τη σχιζοφρένεια και πιθανώς επηρεάζουν τα έμβρυα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων μηνών της κύησης, είναι ο έρπης ζωστήρας, οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, η ιλαρά, η παρωτίτιδα και η πολιομυελίτιδα.
Όπως προαναφέρθηκε η απουσία επαρκούς σίτισης της μητέρας κατά την κύηση ενοχοποιείται επίσης σε σχέση με την εκδήλωση σχιζοφρένειας στο παιδί. Ελλείψεις σε βιταμίνη Β9, λιπαρά οξέα (ω-3 και ω-6), βιταμίνη Α, πρωτεΐνες, αλλά και χαμηλή θερμιδική πρόσληψη σε συνδυασμό με παράγοντες όπως το στρες επιδρούν επιβαρυντικά στον εγκέφαλο του εμβρύου ιδιαίτερα κατά τα πρώτα στάδια της νευροανάπτυξής του.

Ψυχοκοινωνικοί και Ψυχοβιολογικοί Παράγοντες

Ερευνες έχουν δείξει ότι τα ποσοστά εμφάνισης σχιζοφρένειας σε άτομα που ανήκουν στα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα είναι υψηλότερα. Οι αιτιολογίες που έχουν προταθεί για αυτά τα στατιστικά ευρήματα επικεντρώνονται στα υψηλότερα ποσοστά στρες που βιώνονται από τα άτομα που ανήκουν στις συγκεκριμένες τάξεις. Τέτοιου είδους στρεσογόνοι παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν αρνητικά άτομα που έχουν ήδη προδιάθεση καθώς μάλιστα έχει φανεί ότι πριν από την εκδήλωση της σχιζοφρένειας προηγείται συνήθως ένα οξύ στρεσογόνο επεισόδιο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενδέχεται εν προκειμένω να έχει υποεκτιμηθεί η συμβολή, των καθημερινών στρεσογόνων παραγόντων που αν και δεν εμφανίζονται με ιδιαίτερη οξύτητα, παρουσιάζονται σταθεροί και ίσως συμβάλλουν στην εκδήλωση ψυχωσικών επεισοδίων.
Περισσότερα
Μακροπρόθεσμοι στρεσογόνοι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο εκκίνησης της νόσου. Μία τέτοια μακροχρόνια πηγή στρες αποτελεί η ίδια η οικογένεια του πάσχοντος και το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει. Βασικό ρόλο σε αυτό παίζει η σχέση μητέρας-παιδιού. Έχει παρατηρηθεί ότι όταν η επικοινωνιακή σχέση παρουσιάζει αντιφατικότητα και λογική ασυμβατότητα τότε μπορεί να προκύψει παθογένεια. Τα αλληλοσυγκρουόμενα μηνύματα από μία φαινομενικά αυτοθυσιαστική, αλλά στην στην πραγματικότητα, ψυχρή, εγωκεντρική και δεσποτική μητέρα —η επονομαζόμενη και σχιζοφρενογενής (π.χ. πρέπει να τρως όλο το φαγητό σου, αλλά θα χοντρύνεις αν το φας όλο)— μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση στο παιδί που προσπαθώντας να επιλύσει την ασυμφωνία καταλήγει σε αδιέξοδο στην απόπειρά του να ερμηνεύσει το περιβάλλον. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη χαοτική συμπεριφορά, τον σχηματισμό αντιφατικών γνωσιών και εν τέλει σχιζοφρενικής συμπεριφοράς (θεωρία του διπλού δεσμού). Άλλους βασικούς παράγοντες στην παθογένεση της σχιζοφρένειας συνιστούν και οι δυσλειτουργικές σχέσεις των γονέων που κατηγοριοποιούνται σε δύο ομάδες: το «συζυγικό σχίσμα» και το «έκτροπο ζεύγος». Στην πρώτη περίπτωση κυρίαρχο στοιχείο είναι η αντιπαλότητα και ο έντονος ανταγωνισμός των γονέων ενώ στη δεύτερη είναι η κυριαρχία του ενός γονέα επί του άλλου με αποτέλεσμα την αλλοίωση της προσωπικότητας του ενός εκ των δύο χωρίς η επιθετικότητα να γίνεται εμφανής ή χωρίς να επαπειλείται διάλυση της οικογένειας. Αν και αμφότερες οι θεωρίες έχουν λογική βάση δεν επιβεβαιώνονται από άλλα δεδομένα. Μία τελευταία απόπειρα ψυχοβιολογικής αυτή της φοράς απόπειρας ερμηνείας της σχιζοφρένειας είναι η αλληλεπίδραση βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που συμβάλλουν από κοινού στο ξέσπασμα της νόσου. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία η βιολογική προδιάθεση δεν επαρκεί για την εκδήλωση της σχιζοφρένειας αν δεν συντρέχουν και περιβαλλοντικοί παράγοντες: το στρες δημιουργείται από καταστάσεις που ασκούν έντονη επίδραση στο άτομο και στον οργανισμό σε κρίσιμα αναπτυξιακά του στάδια και επιβαρύνουν την ικανότητα του παιδιού και του εφήβου που έχει ήδη τη βιολογική προδιάθεση να ανταποκριθεί στις καθημερινές ανάγκες του περιβάλλοντος.

Σχιζοφρένεια και Κατάχρηση Ουσιών
Πέρα από τα γενεσιουργά αίτια της σχιζοφρένειας υπάρχουν και χημικοί παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν τόσο την έναρξη όσο και την έξαρση της νόσου. Εκτός από τους ψυχολογικούς παράγοντες βαρύνοντα ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η κατάχρηση ψυχοδραστικών ουσιών στις οποίες περιλαμβάνονται κατά κύριο λόγο η ινδική κάνναβη, η κοκαΐνη, η ηρωΐνη, οι αμφεταμίνες (π.χ. ecstasy), ενώ κατά καιρούς έχει ενοχοποιηθεί και το αλκοόλ ως εκλυτικός παράγοντας. Αν και οι μελετητές παραμένουν διχασμένοι ως προς τον ρόλο αυτών των ουσιών —προξενούν δηλαδή τη σχιζοφρένεια ή λειτουργούν απλώς ως εκλυτικοί παράγοντες;— υπάρχουν ενδείξεις ότι άτομα που κάνουν εντατική χρήση κάνναβης ήδη από το 18ο έτος της ηλικίας τους είναι πιθανότερο να εμφανίσουν σχιζοφρένεια εντός των επόμενων 15 ετών. Η ποσότητα επίσης της ουσίας που λαμβάνεται αυξάνει τον κίνδυνο σχιζοφρένειας. Γενικότερα φαίνεται ότι οι πιθανότητες ανάπτυξης της πάθησης μεταξύ χρηστών που κάνουν αυξημένη χρήση κάνναβης από νεαρή ηλικία είναι διπλάσιος σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Πρέπει ωστόσο να παρατηρηθεί ότι μεγάλο ποσοστό σχιζοφρενών κάνει κατάχρηση ψυχοδραστικών ουσιών γενικότερα.

Χορήγηση Φαρμακευτικής Αγωγής
Τα φάρμακα που χορηγούνται για την καταπολέμηση της σχιζοφρένειας συνοδεύονται από πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η κατάθλιψη, η νάρκωση, η υπνηλία, ο λήθαργος, η ευαισθησία του δέρματος στην ηλιακή ακτινοβολία, η δυσκοιλιότητα η ξηροστομία, η βραδυκινησία, η ακαθισία (η ανάγκη δηλαδή για συνεχή κίνηση), η ορθοστατική υπόταση, η θόλωση της όρασης με δυσκολία εστίασης συνοδευόμενη από διαφοροποίηση της αντίληψης των χρωμάτων και ακινητοποίηση του βλέμματος, οι μυϊκές συσπάσεις σε διάφορα σημεία του σώματος, η έλλειψη εκφραστικότητας λόγω ακινητοποίησης των μυών του προσώπου, η διαταραχή της λίμπιντο, η αύξηση του σωματικού βάρους, τα παρκινσονικού τύπου συμπτώματα, μα κυρίως η εμφάνιση διαβήτη.

Περισσότερα
Αν και οι νέες γενιές φαρμάκων δεν προκαλούν τόσο έντονες παρενέργειες το σχετικά υψηλό ποσοστό όσων λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή και παρουσιάζουν παρενέργειες καθιστά αναγκαίο τον έλεγχο της λήψης τους ώστε πέρα από την θεραπευτική τους επίδραση να μην επηρεάζουν με άλλους τρόπους τη ζωή του σχιζοφρενή. Ο αντίκτυπος στον ψυχισμό και στον οργανισμό του πάσχοντος λόγω της μακροχρόνιας χορήγησης θεραπευτικών σχημάτων έχει στρέψει τους ειδικούς στην προσπάθεια ανεύρεσης δοσολογιών και τρόπων χορήγησης που θα μεγιστοποιούν τα θετικά αποτελέσματα αποσοβώντας ή ελαχιστοποιώντας τις αρνητικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η χορήγηση των φαρμάκων πρέπει να αποσκοπεί στην αποσόβηση υποτροπών και ως εκ τούτου να γίνεται μόνο όταν υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια. Η προσπάθεια αυτή βασίζεται στο εύρημα ότι τόσο οι ίδιοι οι σχιζοφρενείς όσο και οι οικογένειες τους είναι συχνά σε θέση να αναγνωρίσουν μικροαλλαγές της συμπεριφοράς που προηγούνται μια υποτροπής. Έχει διαπιστωθεί ότι το 70% των πασχόντων και το 93% των οικογενειών τους αντιλαμβάνονται τις αλλαγές αυτές οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν από ένα μήνα μέχρι και ένα χρόνο νωρίτερα από την υποτροπή. Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω διαπιστώσεις, οι ασθενείς που δεν είναι σε φάση έξαρσης της νόσου μπορούν να καταφεύγουν σε προληπτική λήψη μικρότερης δοσολογίας ή να μη λαμβάνουν καμία αγωγή. Με την εμφάνιση όμως των πρώτων προειδοποιητικών εκδηλώσεων, είναι φρόνιμο να ξεκινούν αμέσως εντατική ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική υποστήριξη προκειμένου ο πάσχων να μην υποτροπιάσει και να διατηρήσει τη λειτουργικότητά του.

Πρόσφατα Άρθρα

Κατάθλιψη: γιατί οδηγεί σε «ψυχικό θάνατο»;

Άλλα άρθραΗ κατάθλιψη, ως κυριολεκτικό κλινικό γεγονός κι όχι ως απλή λέξη αναφοράς που χρησιμοποιείται στις κοινωνικές συναναστροφές, βυθίζει στην απελπισία μία στις επτά γυναίκες και περίπου έναν στους έντεκα άνδρες. Η νόσος εμφανίζει πολλά κοινά συμπτώματα ανάμεσα...

Διαζύγιο: Πως επηρεάζει τα παιδιά;

Ο χωρισμός ενός ζευγαριού έχει ποικίλες επιπτώσεις στα παιδιά και σύμφωνα με τις στατιστικές ένα στα τέσσερα θα χρειασθεί ψυχολογική υποστήριξη μετά το διαζύγιο. Οι επιπτώσεις διαφέρουν ανά ηλικία, ενώ ιδιαίτερα σημαντικός είναι και τρόπος που διαχειρίζονται οι γονείς το χωρισμό τους.

Κατάθλιψη και κρίσεις Πανικού -Συνέντευξη Kontasou.gr

Μπορεί να θεραπευτεί η κατάθλιψη; Οι κρίσεις πανικού αντιμετωπίζονται; Πότε πρέπει να πάω σε ψυχολόγο και να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία; Μπορώ να κάνω συνεδρίες στο σπίτι μου; Ο Ψυχολόγος κ Γεώργιος Παπαγεωργίου ,Διευθυντής της εταιρείας ''Ψυχική Φροντίδα'' μας εξηγεί τα...

«Ο σκαντζόχοιρος που ήθελε να είναι φαλακρός»

«Ο σκαντζόχοιρος που ήθελε να είναι φαλακρός», ενα βιβλίο που μέσα από τις σελίδες του αναδεικνύει τη σημασία της αυτοπεποίθησης, της αυτοπαραδοχής και της βαθύτερης αξίας του κάθε πλάσματος. Καλεσμένος της Άννας Νικολαΐδη –μαζί με τη συγγραφέα– για να σχολιάσει, ως...

Αγοραφοβία: Οι γυναίκες υποφέρουν περισσότερο!

  Αγοραφοβία: Οι γυναίκες υποφέρουν περισσότερο! Πάνω από το 1% του πληθυσμού ταλαιπωρείται από αγοραφοβία, μία αγχώδη διαταραχή που προκαλεί στο άτομο άρνηση να βρίσκεται σε δημόσιους χώρους, στους οποίους συνωστίζονται πολλά άτομα, νιώθοντας ότι δεν υπάρχει...

Ψυχική Φροντίδα στο σπίτι: Πότε χρειάζεται;

Η “θεραπεία στο σπίτι” ή αλλιώς “κατ'οίκον συμβουλευτική” είναι η ψυχική φροντίδα με τη μορφή συνεδρίας, η οποία παρέχεται από ειδικό θεραπευτή, όχι στο γραφείο του όπως συνηθίζεται, αλλά στον προσωπικό χώρο του ατόμου που έχει ανάγκη από βοήθεια. Πρόκειται για μία...

Pin It on Pinterest

Share This

Share this post with your friends!